πνευστιώ

πνευστιώ
πνευστιῶ, -άω, ΝΜΑ
αναπνέω με δυσκολία, κοντανασαίνω, λαχανιάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πνευστός + κατάλ. -ιῶ, δηλωτική ασθένειας (πρβλ. εμετιώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πνευστιῶ — πνευστιάω breathe hard pres imperat mp 2nd sg πνευστιάω breathe hard pres subj act 1st sg (attic epic ionic) πνευστιάω breathe hard pres ind act 1st sg (attic epic ionic) πνευστιάω breathe hard imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επασθμαίνω — ἐπασθμαίνω (Α) ασθμαίνω, πνευστιώ, λαχανιάζω …   Dictionary of Greek

  • πνευστίαση — η, Ν δυσκολία στην αναπνοή, λαχάνιασμα, αγκομαχητό. [ΕΤΥΜΟΛ. < πνευστιώ. Η λ., στον λόγιο τ. πνευστίασις, μαρτυρείται από το 1880 στο περιοδικό Φλοξ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”